Αλφαβητικός Κατάλογος Παθήσεων Α-Ω

Ενημερωτικός οδηγός για συχνές παθήσεις και ασθένειες, ταξινομημένες αλφαβητικά.

Α

  • Αγχώδης Διαταραχή, Γενικευμένη — Επίμονο, υπερβολικό άγχος για καθημερινά ζητήματα, που διαρκεί μήνες και επηρεάζει τη λειτουργικότητα.
  • Ακμή — Χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του δέρματος με σπυράκια, κυρίως στο πρόσωπο, τον θώρακα και την…
  • Αλλεργική Ρινίτιδα — Φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης λόγω αλλεργικής αντίδρασης σε αλλεργιογόνα όπως γύρη ή σκόνη.
  • Αλτσχάιμερ, Νόσος — Προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσος που προκαλεί σταδιακή απώλεια μνήμης και γνωστικών λειτουργιών, η συχνότερη αιτία…
  • Αμυγδαλίτιδα — Φλεγμονή των αμυγδαλών, συνήθως λόγω ιογενούς ή βακτηριακής λοίμωξης, συχνή κυρίως σε παιδιά.
  • Αναιμία — Κατάσταση χαμηλών επιπέδων αιμοσφαιρίνης ή ερυθρών αιμοσφαιρίων, με αποτέλεσμα μειωμένη μεταφορά οξυγόνου στους ιστούς.
  • Απώλεια Ακοής — Μερική ή ολική μείωση της ικανότητας ακοής, μπορεί να είναι προοδευτική ή ξαφνική, μόνιμη…
  • Αρθρίτιδα — Γενικός όρος για φλεγμονή μίας ή περισσότερων αρθρώσεων, με πόνο, οίδημα και περιορισμό κίνησης.
  • Αρρυθμία Καρδιακή — Διαταραχή του φυσιολογικού ρυθμού της καρδιάς — πολύ γρήγορος, αργός ή ακανόνιστος καρδιακός παλμός.
  • Αρτηριοσκλήρωση — Σκλήρυνση και στένωση των αρτηριών λόγω συσσώρευσης λιπιδίων, που αυξάνει τον κίνδυνο εμφράγματος και…
  • Άσθμα — Χρόνια φλεγμονώδης νόσος των αεραγωγών που προκαλεί επεισόδια δύσπνοιας, συριγμού και βήχα.
  • Ατοπική Δερματίτιδα — Χρόνια φλεγμονώδης δερματοπάθεια με κνησμό, ξηρότητα και ερυθρότητα, συχνή σε παιδιά αλλά και ενήλικες.
  • Αϋπνία — Επίμονη δυσκολία στο να αποκοιμηθεί ή να παραμείνει κανείς κοιμισμένος, με επιπτώσεις στην καθημερινή…
  • Αυτισμός (Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος) — Νευροαναπτυξιακή κατάσταση που επηρεάζει την επικοινωνία, την κοινωνική αλληλεπίδραση και τη συμπεριφορά, με ευρύ…
  • Αφασία — Διαταραχή της γλωσσικής ικανότητας λόγω βλάβης σε περιοχές του εγκεφάλου.

Β

  • Βαλβιδοπάθεια Καρδιάς — Δυσλειτουργία μίας ή περισσότερων καρδιακών βαλβίδων, με στένωση ή ανεπάρκεια που επηρεάζει τη ροή…
  • Βαρηκοΐα — Μειωμένη ακουστική ικανότητα, συχνά προοδευτική, που μπορεί να οφείλεται σε γήρανση, θόρυβο ή άλλα…
  • Βουβωνοκήλη — Προβολή ενδοκοιλιακού περιεχομένου μέσα από αδυναμία του κοιλιακού τοιχώματος στη βουβωνική περιοχή.
  • Βρογχεκτασία — Μόνιμη διάταση και βλάβη των βρόγχων, με συσσώρευση βλέννας και αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων.
  • Βρογχίτιδα — Φλεγμονή της βλεννογόνου μεμβράνης των βρόγχων, οξεία ή χρόνια.

Γ

  • Γαστρεντερίτιδα — Φλεγμονή του γαστρεντερικού σωλήνα, συνήθως λόγω ιογενούς ή βακτηριακής λοίμωξης, με διάρροια και έμετο.
  • Γαστρικό Έλκος — Ανοιχτή πληγή στον βλεννογόνο του στομάχου, συνήθως λόγω λοίμωξης H. pylori ή χρήσης αντιφλεγμονωδών…
  • Γαστρίτιδα — Φλεγμονή του βλεννογόνου του στομάχου, οξεία ή χρόνια, που προκαλεί δυσφορία και πόνο στο…
  • Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) — Χρόνια παλινδρόμηση όξινου γαστρικού περιεχομένου στον οισοφάγο, προκαλώντας καούρα και ερεθισμό.
  • Γλαύκωμα — Ομάδα οφθαλμικών παθήσεων που βλάπτουν το οπτικό νεύρο, συχνά λόγω αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, με…
  • Γονόρροια — Βακτηριακή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που μπορεί να προσβάλει τα γεννητικά όργανα, τον πρωκτό ή…
  • Γρίπη — Οξεία ιογενής λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, με απότομη έναρξη πυρετού, μυαλγιών και κόπωσης.

Δ

  • Δερματίτιδα Εξ Επαφής — Φλεγμονή του δέρματος που προκαλείται από άμεση επαφή με ερεθιστική ουσία ή αλλεργιογόνο.
  • Διαβήτης Τύπου 1 — Αυτοάνοση πάθηση όπου το πάγκρεας δεν παράγει ινσουλίνη, με αποτέλεσμα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο…
  • Διαβήτης Τύπου 2 — Χρόνια μεταβολική πάθηση με αντίσταση στην ινσουλίνη και σταδιακή μείωση της παραγωγής της, στενά…
  • Διπολική Διαταραχή — Ψυχική διαταραχή με εναλλασσόμενα επεισόδια έντονης ανύψωσης της διάθεσης (μανία/υπομανία) και κατάθλιψης.
  • Δισκοπάθεια (Κήλη Μεσοσπονδυλίου Δίσκου) — Προβολή ή ρήξη του μεσοσπονδύλιου δίσκου, που μπορεί να πιέσει νευρικές ρίζες και να…
  • Δυσκοιλιότητα — Δυσκολία ή σπάνια συχνότητα αφόδευσης, με σκληρά κόπρανα και αίσθημα ατελούς κένωσης.
  • Δυσλεξία — Ειδική μαθησιακή δυσκολία που επηρεάζει κυρίως την ανάγνωση, παρά τη φυσιολογική νοημοσύνη.
  • Δυσλιπιδαιμία — Διαταραχή των επιπέδων λιπιδίων στο αίμα, βασικός παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο.
  • Δυσπεψία — Επίμονη ή υποτροπιάζουσα δυσφορία στο άνω μέρος της κοιλιάς, συχνά μετά το φαγητό.

Ε

  • Εγκεφαλικό Επεισόδιο — Απότομη διακοπή της αιματικής παροχής στον εγκέφαλο, ισχαιμική ή αιμορραγική — ιατρικό επείγον με…
  • Έκζεμα — Γενικός όρος για φλεγμονώδεις παθήσεις του δέρματος με κνησμό, ξηρότητα και ερυθρότητα.
  • Ελκώδης Κολίτιδα — Χρόνια φλεγμονώδης νόσος του παχέος εντέρου, μέρος των φλεγμονωδών νοσημάτων εντέρου.
  • Ελονοσία — Παρασιτική λοίμωξη που μεταδίδεται από κουνούπια Anopheles, συχνή σε τροπικές περιοχές, με πυρετό και…
  • Εμμηνοπαυσιακό Σύνδρομο — Σύνολο συμπτωμάτων που συνοδεύουν τη φυσιολογική παύση της εμμήνου ρύσης λόγω μείωσης ορμονών.
  • Έμφραγμα Μυοκαρδίου — Οξεία διακοπή της αιματικής ροής σε τμήμα του καρδιακού μυός, συνήθως λόγω απόφραξης στεφανιαίας…
  • Ενδομητρίωση — Πάθηση όπου ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται εκτός μήτρας, προκαλώντας πόνο και ενδεχομένως…
  • Επιληψία — Νευρολογική διαταραχή με τάση για επαναλαμβανόμενες, απρόκλητες επιληπτικές κρίσεις λόγω μη φυσιολογικής ηλεκτρικής δραστηριότητας…
  • Ερυθηματώδης Λύκος (Συστηματικός) — Χρόνια αυτοάνοση νόσος που μπορεί να προσβάλει πολλά όργανα, με χαρακτηριστικά επεισόδια έξαρσης και…

Ζ

  • Ζάλη / Ίλιγγος — Αίσθημα ασταθούς ισορροπίας ή περιστροφικής κίνησης, με πολλαπλά πιθανά αίτια από το αυτί έως…
  • Ζωστήρας (Έρπης Ζωστήρας) — Επώδυνο δερματικό εξάνθημα που προκαλείται από επανενεργοποίηση του ιού της ανεμοβλογιάς, συχνά σε άτομα…

Η

  • Ημικρανία — Πρωτοπαθής κεφαλαλγία με έντονο, συχνά μονόπλευρο πόνο, ναυτία και ευαισθησία στο φως και τον…
  • Ηπατίτιδα C — Ιογενής λοίμωξη του ήπατος που συχνά γίνεται χρόνια και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ηπατική…
  • Ηπατίτιδα Α — Οξεία ιογενής λοίμωξη του ήπατος, που μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένου νερού ή τροφής.
  • Ηπατίτιδα Β — Ιογενής λοίμωξη του ήπατος που μπορεί να γίνει χρόνια, μεταδιδόμενη μέσω αίματος και σεξουαλικής…
  • Ηωσινοφιλική Οισοφαγίτιδα — Χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του οισοφάγου, σχετιζόμενη με αλλεργική/ανοσολογική αντίδραση, με δυσκολία κατάποσης.

Θ

  • Θαλασσαιμία — Κληρονομική αιματολογική διαταραχή με μειωμένη παραγωγή αιμοσφαιρίνης, συχνή στη Μεσόγειο, με ποικίλη βαρύτητα αναιμίας.
  • Θρόμβωση Εν Τω Βάθει Φλεβών — Σχηματισμός θρόμβου αίματος σε βαθιά φλέβα, συνήθως στο πόδι, με κίνδυνο πνευμονικής εμβολής.
  • Θυρεοειδίτιδα Hashimoto — Αυτοάνοση φλεγμονή του θυρεοειδούς αδένα, η συχνότερη αιτία υποθυρεοειδισμού.

Ι

  • Ιγμορίτιδα (Ρινοκολπίτιδα) — Φλεγμονή των παραρρίνιων κόλπων, οξεία ή χρόνια, με ρινική συμφόρηση και πόνο στο πρόσωπο.
  • Ιδιοπαθής Πνευμονική Ίνωση — Προοδευτική ουλοποίηση (ίνωση) του πνευμονικού ιστού άγνωστης αιτίας, που περιορίζει σταδιακά την αναπνευστική λειτουργία.
  • Ιλαρά — Εξαιρετικά μεταδοτική ιογενής λοίμωξη με πυρετό και χαρακτηριστικό εξάνθημα, προλαμβανόμενη με εμβολιασμό.
  • Ινομυαλγία — Χρόνιο σύνδρομο διάχυτου μυοσκελετικού πόνου, συνοδευόμενο από κόπωση και διαταραχές ύπνου.
  • Ισχιαλγία — Πόνος που ακτινοβολεί κατά μήκος του ισχιακού νεύρου, συνήθως λόγω πίεσης νευρικής ρίζας στη…

Κ

  • Καρδιακή Ανεπάρκεια — Χρόνια κατάσταση όπου η καρδιά δεν μπορεί να αντλήσει αίμα αποτελεσματικά για τις ανάγκες…
  • Καρκίνος Μαστού — Κακοήθης όγκος που αναπτύσσεται στα κύτταρα του μαστού, ο συχνότερος καρκίνος στις γυναίκες παγκοσμίως.
  • Καρκίνος Παχέος Εντέρου — Κακοήθης όγκος του παχέος εντέρου ή του ορθού, συχνά αναπτυσσόμενος από καλοήθεις πολύποδες με…
  • Καρκίνος Πνεύμονα — Κακοήθης όγκος που αναπτύσσεται στους πνεύμονες, με το κάπνισμα ως κύριο παράγοντα κινδύνου.
  • Καρκίνος Προστάτη — Κακοήθης όγκος του προστάτη αδένα, ο συχνότερος καρκίνος σε άνδρες μετά από μια ορισμένη…
  • Κατάθλιψη — Κοινή αλλά σοβαρή διαταραχή διάθεσης με επίμονη θλίψη και απώλεια ενδιαφέροντος, που επηρεάζει σκέψη,…
  • Κιρσοί — Διατεταμένες, ελικοειδείς φλέβες, συνήθως στα πόδια, λόγω δυσλειτουργίας των φλεβικών βαλβίδων.
  • Κοιλιοκάκη — Αυτοάνοση αντίδραση στη γλουτένη που προκαλεί βλάβη στο λεπτό έντερο, με δυσαπορρόφηση θρεπτικών συστατικών.
  • Κολπική Μαρμαρυγή — Η πιο συχνή μορφή καρδιακής αρρυθμίας, με ακανόνιστο και συχνά γρήγορο καρδιακό ρυθμό, που…
  • Κρυπτορχία — Κατάσταση όπου ένας ή και οι δύο όρχεις δεν έχουν κατέβει στο όσχεο κατά…
  • Κύστη Ωοθήκης — Σάκος γεμάτος υγρό που σχηματίζεται μέσα ή πάνω στην ωοθήκη, συνήθως καλοήθης και ασυμπτωματικός.
  • Κυστίτιδα — Φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, συνήθως λόγω βακτηριακής λοίμωξης, πιο συχνή σε γυναίκες.

Λ

  • Λαρυγγίτιδα — Φλεγμονή του λάρυγγα, συνήθως λόγω ιογενούς λοίμωξης, με βραχνάδα ή απώλεια φωνής.
  • Λέμφωμα — Καρκίνος του λεμφικού συστήματος, με δύο κύριες κατηγορίες: νόσο Hodgkin και μη-Hodgkin λεμφώματα.
  • Λευχαιμία — Καρκίνος των κυττάρων του αίματος, που ξεκινά συνήθως στον μυελό των οστών, με ανεξέλεγκτη…
  • Λιθίαση Νεφρών — Σχηματισμός σκληρών εναποθέσεων αλάτων στα νεφρά, που μπορεί να προκαλέσουν έντονο πόνο κατά τη…
  • Λιπώδες Ήπαρ (Μη Αλκοολικό) — Συσσώρευση λίπους στο ήπαρ χωρίς σχέση με κατανάλωση αλκοόλ, στενά συνδεδεμένη με παχυσαρκία και…
  • Λοιμώδης Μονοπυρήνωση — Ιογενής λοίμωξη, συχνά από τον ιό Epstein-Barr, με έντονη κόπωση, πονόλαιμο και διόγκωση λεμφαδένων.
  • Λοίμωξη Ουροποιητικού — Βακτηριακή λοίμωξη οποιουδήποτε τμήματος του ουροποιητικού συστήματος, από την ουρήθρα έως τα νεφρά.

Μ

  • Μαστίτιδα — Φλεγμονή του μαστικού ιστού, συνήθως κατά τον θηλασμό, με πόνο, οίδημα και ενίοτε λοίμωξη.
  • Μελάνωμα — Πιο επιθετική μορφή καρκίνου του δέρματος, που αναπτύσσεται από τα μελανοκύτταρα, με δυνατότητα μετάστασης…
  • Μηνιγγίτιδα — Φλεγμονή των μηνίγγων που περιβάλλουν εγκέφαλο και νωτιαίο μυελό, ιογενής ή βακτηριακή — η…
  • Μυασθένεια Gravis — Αυτοάνοση νόσος που προκαλεί αδυναμία και εύκολη κόπωση των σκελετικών μυών, λόγω διαταραχής στη…
  • Μυϊκή Δυστροφία Duchenne — Σοβαρή γενετική νόσος με προοδευτική εξασθένηση και εκφύλιση των μυών, εμφανιζόμενη κυρίως σε αγόρια…
  • Μυκητίαση Δέρματος — Λοίμωξη του δέρματος από μύκητες, συχνή σε θερμά, υγρά σημεία του σώματος.

Ν

  • Νευραλγία Τριδύμου — Χρόνια πάθηση με αιφνίδιους, έντονους πόνους στο πρόσωπο λόγω ερεθισμού του τριδύμου νεύρου.
  • Νόσος Crohn — Χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου που μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε τμήμα του πεπτικού συστήματος.
  • Νόσος Parkinson — Προοδευτική νευροεκφυλιστική νόσος που επηρεάζει την κίνηση, λόγω απώλειας ντοπαμινεργικών νευρώνων στον εγκέφαλο.
  • Νόσος Wilson — Σπάνια κληρονομική διαταραχή με συσσώρευση χαλκού στο ήπαρ και τον εγκέφαλο.
  • Νυσταγμός — Ακούσιες, ρυθμικές κινήσεις των ματιών, συγγενείς ή επίκτητες, που επηρεάζουν την όραση.

Ξ

  • Ξηροδερμία — Χρόνια ξηρότητα του δέρματος, με τραχύτητα, κνησμό και τάση για ρωγμές.
  • Ξηροφθαλμία — Χρόνια κατάσταση όπου τα μάτια δεν παράγουν αρκετά ή κατάλληλα δάκρυα, προκαλώντας δυσφορία και…

Ο

  • Οισοφαγίτιδα — Φλεγμονή του οισοφάγου, συχνά λόγω γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, λοίμωξης ή αλλεργίας.
  • Ομφαλοκήλη — Προβολή ενδοκοιλιακού περιεχομένου μέσα από αδυναμία του κοιλιακού τοιχώματος στην περιοχή του ομφαλού.
  • Οξεία Παγκρεατίτιδα — Ξαφνική φλεγμονή του παγκρέατος, συχνά λόγω χολόλιθων ή κατάχρησης αλκοόλ, με έντονο κοιλιακό πόνο.
  • Οστεοαρθρίτιδα — Εκφυλιστική νόσος των αρθρώσεων λόγω φθοράς του αρθρικού χόνδρου, η πιο συχνή μορφή αρθρίτιδας.
  • Οστεοπόρωση — Πάθηση με μείωση οστικής πυκνότητας, καθιστώντας τα οστά εύθραυστα και επιρρεπή σε κατάγματα.
  • Ουρική Αρθρίτιδα — Μορφή φλεγμονώδους αρθρίτιδας λόγω εναπόθεσης κρυστάλλων ουρικού οξέος στις αρθρώσεις, με αιφνίδιες, έντονες κρίσεις…

Π

  • Παγκρεατίτιδα (Χρόνια) — Παρατεταμένη φλεγμονή του παγκρέατος που προκαλεί μόνιμη βλάβη και διαταραχή της λειτουργίας του.
  • Παχυσαρκία — Χρόνια κατάσταση υπερβολικής συσσώρευσης σωματικού λίπους, με αυξημένο κίνδυνο για πολλές άλλες παθήσεις.
  • Πεπτικό Έλκος — Ανοιχτή πληγή στον βλεννογόνο του στομάχου ή του δωδεκαδακτύλου, συνήθως λόγω H. pylori ή…
  • Περιφερική Αρτηριοπάθεια — Στένωση των αρτηριών των άκρων, συνήθως των ποδιών, λόγω αθηροσκλήρωσης, με πόνο κατά το…
  • Πνευμονία — Λοίμωξη των πνευμόνων που προκαλεί φλεγμονή των αεροφόρων κυψελίδων, με βήχα, πυρετό και δύσπνοια.
  • Πολλαπλή Σκλήρυνση — Αυτοάνοση νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, με βλάβη στη μυελίνη των νευρικών ινών.
  • Προεμμηνορροϊκό Σύνδρομο — Σύνολο σωματικών και συναισθηματικών συμπτωμάτων που εμφανίζονται τις ημέρες πριν την έμμηνο ρύση.
  • Προστατίτιδα — Φλεγμονή του προστάτη αδένα, οξεία ή χρόνια, με πόνο στην πυελική περιοχή και ουρολογικά…

Ρ

  • Ρευματοειδής Αρθρίτιδα — Χρόνια αυτοάνοση νόσος που προκαλεί φλεγμονή αρθρώσεων, τυπικά συμμετρικά, με πιθανή προσβολή και άλλων…
  • Ρήξη Μηνίσκου — Σχίσιμο του χόνδρινου μηνίσκου στο γόνατο, συχνά λόγω τραυματισμού κατά τη στροφή του γόνατος.
  • Ρήξη Χιαστού Συνδέσμου — Σχίσιμο του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου του γόνατος, συχνός αθλητικός τραυματισμός.

Σ

  • Σηψαιμία — Απειλητική για τη ζωή αντίδραση του οργανισμού σε λοίμωξη, με δυνητική βλάβη σε πολλαπλά…
  • Σιελολιθίαση — Σχηματισμός λίθων μέσα στους σιελογόνους αδένες ή τους πόρους τους, προκαλώντας οίδημα και πόνο.
  • Σκωληκοειδίτιδα — Φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης, με έντονο κοιλιακό πόνο — χειρουργικό επείγον.
  • Σπασμοφιλία — Κατάσταση αυξημένης νευρομυϊκής διεγερσιμότητας, συχνά σχετιζόμενη με χαμηλό ασβέστιο, με μυϊκούς σπασμούς και μυρμηγκιάσματα.
  • Σπονδυλική Στένωση — Στένωση του σπονδυλικού σωλήνα, που πιέζει τον νωτιαίο μυελό ή τις νευρικές ρίζες, συχνή…
  • Στεφανιαία Νόσος — Στένωση των στεφανιαίων αρτηριών λόγω αθηροσκλήρωσης, μειώνοντας τη ροή αίματος στην καρδιά και αυξάνοντας…
  • Σύνδρομο Down — Γενετική κατάσταση λόγω επιπλέον αντιγράφου του χρωμοσώματος 21, με χαρακτηριστικά αναπτυξιακά και σωματικά χαρακτηριστικά.
  • Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου — Χρόνια λειτουργική διαταραχή του εντέρου με κοιλιακό πόνο και αλλαγές στις συνήθειες αφόδευσης, χωρίς…
  • Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών — Ορμονική διαταραχή με ακανόνιστη ωορρηξία, αυξημένα ανδρογόνα και συχνά πολυκυστικές ωοθήκες, κοινή αιτία υπογονιμότητας.

Τ

  • Τενοντίτιδα — Φλεγμονή τένοντα, συνήθως λόγω επαναλαμβανόμενης καταπόνησης, με πόνο και δυσκαμψία γύρω από άρθρωση.
  • Τερηδόνα — Καταστροφή της οδοντικής δομής λόγω οξέων που παράγονται από βακτήρια του στόματος, μία από…
  • Τοξοπλάσμωση — Παρασιτική λοίμωξη από το Toxoplasma gondii, συνήθως ήπια σε υγιείς ενήλικες αλλά επικίνδυνη κατά…
  • Τριχόπτωση (Αλωπεκία) — Απώλεια τριχών από το τριχωτό της κεφαλής ή άλλες περιοχές του σώματος, με πολλαπλά…

Υ

  • Υπερθυρεοειδισμός — Υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών, επιταχύνοντας τον μεταβολισμό του οργανισμού.
  • Υπέρταση (Αρτηριακή) — Χρόνια αύξηση της αρτηριακής πίεσης, σημαντικός παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο και εγκεφαλικό.
  • Υπερτροφία Προστάτη (Καλοήθης) — Μη κακοήθης διόγκωση του προστάτη αδένα, συχνή σε άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, με ουρολογικά συμπτώματα.
  • Υπνική Άπνοια — Διαταραχή ύπνου με επαναλαμβανόμενες διακοπές αναπνοής, συχνά σχετιζόμενη με έντονο ροχαλητό και υπνηλία την…
  • Υποθυρεοειδισμός — Ανεπαρκής παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών, επιβραδύνοντας τον μεταβολισμό του οργανισμού.

Φ

  • Φαρυγγίτιδα — Φλεγμονή του φάρυγγα, συνήθως λόγω ιογενούς λοίμωξης, με πονόλαιμο ως κύριο σύμπτωμα.
  • Φλεβική Ανεπάρκεια — Χρόνια κατάσταση όπου οι φλέβες των ποδιών δυσκολεύονται να επαναφέρουν το αίμα προς την…
  • Φλεγμονώδης Νόσος Εντέρου — Ομπρέλα-όρος για χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, κυρίως τη νόσο Crohn και την ελκώδη…
  • Φυματίωση — Βακτηριακή λοίμωξη που προσβάλλει κυρίως τους πνεύμονες, μεταδιδόμενη μέσω αέρα, με χρόνιο βήχα και…

Χ

  • Χολολιθίαση — Σχηματισμός λίθων στη χοληδόχο κύστη, συχνά ασυμπτωματικός αλλά μπορεί να προκαλέσει έντονο κοιλιακό πόνο.
  • Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) — Προοδευτική νόσος των πνευμόνων με χρόνια απόφραξη αεραγωγών, κυρίως λόγω καπνίσματος.
  • Χρόνια Νεφρική Νόσος — Προοδευτική απώλεια νεφρικής λειτουργίας με την πάροδο του χρόνου, συχνά λόγω διαβήτη ή υπέρτασης.
  • Χρόνιου Κόπωσης Σύνδρομο — Πολύπλοκη χρόνια πάθηση με έντονη, εξουθενωτική κόπωση που δεν βελτιώνεται με ανάπαυση και επιδεινώνεται…

Ψ

  • Ψυχωσικές Διαταραχές (Σχιζοφρένεια) — Σοβαρή ψυχική διαταραχή που επηρεάζει τη σκέψη, την αντίληψη και τη συμπεριφορά, με απώλεια…
  • Ψωρίαση — Χρόνια αυτοάνοση δερματοπάθεια με ταχεία ανανέωση κυττάρων δέρματος, προκαλώντας παχιές, φολιδωτές πλάκες.

Ω

  • Ωτίτιδα Μέση — Φλεγμονή ή λοίμωξη του μέσου ωτός, πολύ συχνή σε παιδιά, με πόνο στο αυτί…
  • Ωχρά Κηλίδα, Ηλικιακή Εκφύλιση — Προοδευτική βλάβη της ωχράς κηλίδας του αμφιβληστροειδούς, κύρια αιτία απώλειας κεντρικής όρασης σε μεγαλύτερη…

Σημείωση: Όλα τα άρθρα στο igeianews.gr παρέχονται μόνο για σκοπούς πληροφόρησης και δεν αποτελούν ιατρική συμβουλή, διάγνωση ή θεραπεία. Για οποιοδήποτε θέμα υγείας, οδηγίες φαρμακευτικής αγωγής ή πριν λάβετε οποιαδήποτε απόφαση σχετική με την υγεία σας, συμβουλευτείτε πάντα γιατρό ή άλλον αρμόδιο επαγγελματία υγείας. Το igeianews.gr δεν φέρει καμία ευθύνη για ενέργειες που βασίζονται αποκλειστικά στο περιεχόμενο αυτής της σελίδας.